Δευτέρα, 16 Απριλίου 2007

Εγώ σε ευχαριστώ…..


Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο με ένα χαρτί τυλιγμένο γύρω του δεμένα με μια κορδελίτσα στον υαλοκαθαριστήρα του αυτοκινήτου μου με περίμεναν σήμερα το πρωί. Όταν το είδα χαμογέλασα.. Άφησα τα πράγματα μου στο πίσω κάθισμα, έλυσα την άσπρη κορδελίτσα και έβγαλα το τριαντάφυλλο με το χαρτί…

Μύρισα το τριαντάφυλλο που ήταν πλημμυρισμένο από σένα και ξεδίπλωσα το χαρτάκι..

Με τα γράμματα σαν μικρόυ παιδίου μου έγραφες :

Εσύ δεν μου λες ευχαριστώ,

όπως δεν λες ευχαριστώ στους κτύπους της καρδιάς σου,

που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Εγώ θα σου λέω ευχαριστώ, γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω :)


Εγώ σε ευχαριστώ ψυχή μου ... για όλα.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2007

Η παραλία μου...


«Απλώνω την άνοιξη…»


Το πρωί με ξύπνησε ο ήλιος που έμπαινε από το μισόκλειστο πατζούρι… Σήμερα είχα πολλές δουλείες να προλάβω να κάνω αλλά δεν μπορούσα με τίποτα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Άνοιξα το ραδιόφωνο και χουζούρεψα μέχρι αργά το πρωί. ‘Όταν σηκώθηκα επιτέλους από το κρεβάτι άνοιξα τις μπαλκονόπορτες να ξεχυθεί φως και φρέσκο αεράκι στο δωμάτιο.. έφτιαξα ένα καφέ και πήρα το τηλέφωνο…
Τηλεφώνησα στην γιαγιά μου… Το άφησα να χτυπάει για πολύ ώρα.. Ήμουν σίγουρη ότι η γιαγιά θα φρόντιζε τον κήπο της αυτή την ώρα , άλλα ήθελα πολύ να την ακούσω.. Την ώρα που ετοιμάζουν να το κλείσω ακούστηκε η γιαγιά μου στην άλλη άκρη της γραμμής…
«Ζουνούνα μου είσαι καλά;» ακούστηκε λαχανιασμένη η γιαγιά μου. Πάντα καταλαβαίνει λέει από τον κτύπο του τηλεφώνου ότι είμαι εγώ…
«Καλά είμαι γιαγιά μου, τι κάνεις εσύ»

«Απλώνω την άνοιξη» μου απάντησε.

Χαμογέλασα.. «Ήρθε η ώρα γιαγιά..»
Πόσο μου αρέσει αυτή η έκφραση της γιαγιάς μου… Στην γιαγιά μου αρέσει πολύ η άνοιξη και την περιμένει με πολύ αγάπη όλο τον χειμώνα.. την περιμένει να την απλώσει στην αυλή της, στα χωράφια της, στην καρδιά της , στα αγαπημένα της πρόσωπα.

Βγήκα έξω για να κάνω τις δουλείες μου. Ο ήλιος.. και τα λιγοστά λουλούδια στα παρτέρια της πλατείας έφεραν στο μυαλό μου την γιαγιά μου.

Ναι είχε έρθει η ώρα, να απλώσω και εγώ την άνοιξη γύρω μου.

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2007

Σε ερωτεύομαι….

Ήταν Γενάρης όταν ο καθηγητής μου άφησε μια πρόσκληση στο γραφείο μου, με ένα post it πάνω να γράφει, «Παίζει κιθάρα ένας φίλος, αν μπορείς να πας γιατί εγώ θα λείπω στην Γαλλία» και από κάτω συμπλήρωνε… «Θα σου αρέσει… και η συναυλία και ο κιθαρίστας ;) » . Πάλι είχε κέφια ο καθηγητής σκέφτηκα, και έβαλα την πρόσκληση στην τσάντα μου, απλά για να μην μείνει στο γραφείο.
Μέσα μου νεύριασα…πάλι βαρετά θα είναι.. όπως τα περισσότερα που με στέλνει ο καθηγητής…

Ήρθα στην συναυλία.. μόνη γιατί κανείς δεν είχε όρεξη να βαρεθεί μαζί μου… Όταν ανέβηκες στην σκηνή, χαμογέλασες… πρόσεξα τα λακκάκια σου.. Είχες μια σιγουριά στο βλέμμα σου, μας κοίταζες από την σκηνή σίγουρος ότι θα μαγευτούμε… Μέσα μου σκέφτηκα ότι ήσουν πολύ ψώνιο, και σιγά μην μου άρεσες εσύ… μια ώρα είναι είπα.. θα περάσει…

Κάθισες και πήρες αγκαλιά την κιθάρα σου… την ακουμπούσες σχεδόν ερωτικά… Ξαφνικά μια απόλυτη σιωπή… Υπήρχαν 500 άτομα στην αίθουσα και δεν ακουγόταν τίποτα… Δεν ανάσαινε κανείς… Οι πρώτες σου νότες ήταν μαγικές. .. Ανατρίχιασα.

Έκλεισα τα μάτια μου και ταξίδεψα.. Το ταξίδι μου σταμάτησε από τα χειροκροτήματα… Η συναυλία είχε τελειώσει….. Έμεινα στην καρεκλά μου για πολύ ώρα μετά.. σχεδόν είχε αδειάσει η αίθουσα.. Το σώμα μου είχε μουδιάσει και δεν είχα δυνάμεις να πάω πουθενά.. Είχες κατέβεί από την σκηνή και μίλαγες με κάτι γνωστούς σου… Γύρισες και με κοίταξες … Ήμουν η μόνη που καθόμουν μέσα στην αίθουσα. Είδα ξανά τα λακκάκια σου… Όταν όλοι έφυγαν ανέβηκες στην σκηνή να μαζέψεις την κιθάρα σου. Σηκώθηκα και πλησίασα την σκηνή…
«Σου άρεσε;» με ρώτησες χαμογελώντας .. Ένιωσα αμηχανία… «Πολύ» απάντησα… και συνέχισα.. «Είμαι η φοιτήτρια...» δεν με άφησες να τελειώσω την φράση μου. «Είσαι η φοιτήτρια του Νίκου , πάλι ταξιδάκι πήγε ο τυχερός».. Σου χαμογέλασα ξαφνιασμένη που ήξερες... «Τι λες πάμε για Κανά ποτάκι… Έχω πολλά να σου πω για τον καθηγητή σου..» Ξαφνιάστηκα ξανά.. «’Οπότε θέλετε» απάντησα. Πρέπει να είχα γίνει κατακόκκινη.. ένιωθα να καίω… «’Εμείς θέλουμε τώρα, μπορείτε εσείς;» με ρώτησες κοροϊδεύοντας με για τον πληθυντικό.

Το παρακμιακό μπαράκι στην παραλία που με πήγες έπαιζε φοβερή μουσικούλα… μόνο αυτό θυμάμαι από το υπόλοιπο βράδυ…

Ακολούθησαν πολλά βράδια στο ίδιο μπαράκι, και μεσημεριανές βόλτες στην παραλία… Όσο πιο πολύ σε γνώριζα τόσο πιο πολύ σε ερωτευόμουν… όλες μας οι στιγμές ήταν μοναδικές…

Το πρώτο σου άγγιγμα.. το πρώτο μας φιλί .. η πρώτη φορά που κάναμε έρωτα….

Σε ερωτεύομαι.. κάθε στιγμή που περνάει ..

Σε ερωτεύομαι όταν μου παίζεις μουσική..
Σε ερωτεύομαι όταν με κρατάς σφικτά αγκαλιά…
Σε ερωτεύομαι όταν με κοροϊδεύεις που διαβάζω πολύ ..
Σε ερωτεύομαι όταν μου στέλνεις μηνύματα στο κινητό με ανέκδοτα…
Σε ερωτεύομαι όταν μου τηλεφωνείς τα ξημερώματα να μου παίξεις κιθάρα…
Σε ερωτεύομαι όταν ανακατεύεις τα μαλλιά μου..
Σε ερωτεύομαι όταν με κοιτάς στα ματιά…
Σε ερωτεύομαι γιατί είσαι ότι πιο όμορφο στην ζωή μου αυτούς τους μήνες…
Σε ερωτεύομαι γιατί η μαγεία σου με πλυμμηρίζει..
Σε ερωτεύομαι γιατί ακόμη και όταν δεν είμαστε μαζί σε νιώθω δίπλα μου…
Σε ερωτεύομαι γιατί τρεις μήνες τώρα έχεις κάνει την ζωή μου μοναδική..
Σε ερωτεύομαι γιατί τα λακκάκια σου με κάνουν να νιώθω ευτυχισμένη…

Σε ερωτεύομαι… κάθε στιγμή που περνάει…

Κυριακή, 01 Απριλίου 2007

Τρία μικρά παιδία....

Τρία μικρά παιδία σκαρφαλώνουν στον μεγάλο πλάτανο που βρίσκεται στην αυλή του σπιτιού της γιαγιάς. Ξαπλώνουν μπρούμυτα πάνω στα μεγάλα κλαριά και απλώνουν τα χέρια..

Πετάνε………………………..

Πετάνε πάνω από το χωρίο, πάνω από το ποτάμι.. πάνω από τα αμπέλια και τα μποστάνια… Κάνει ζέστη, ο ήλιος καεί άλλα αυτό δεν λιώνει τα φτερά τους. Η πτήση είναι καθημερινή , με άλλο οδηγό κάθε μέρα. Τα τζιτζίκια δίνουν ρυθμό στις οδηγίες του αρχηγού… αυτός χαράζει την πορεία.. οι άλλοι απλά ακολουθούν..

Τρία μικρά παιδία , δυο αγόρια και ένα κορίτσι.. τρία παιδία που τα χέρια τους γίνονται φτερά , τα ανοίγουν και κατακτούν το μικρό κόσμο πάνω από τον πλάτανο της αυλής. Κανείς δεν μπορεί να χαλάσει αυτή την πτήση .. ούτε οι φωνές της γιαγιάς για φαγητό , ούτε η πολύ ζέστη που διαπερνά το φύλλωμα του πλάτανου, ούτε τα ενοχλητικά ζουζούνια και οι μύγες.. .Τα χέρια μένουν τεντωμένα.. Τα πόδια τυλίγονται γύρω από το κλαδί για να κρατούν το σώμα. Τα μάτια κλείνουν...

Τρία μικρά παιδία πετάνε. Ανοίγουν τα φτερά τους και πετάνε.. γίνονται ένα.
Τρία μικρά παιδία που δώσανε την υπόσχεση να πετάνε μαζί…για πάντα.
Ακόμη και αν μεγαλώσουν. …
Τρία μικρά παιδία που μεγάλωσαν…
Τρία μικρά παιδία που οι πτήσεις τους γίνονται μακριά από τον γερασμένο μεγάλο πλάτανο της αυλής.

Και ξαφνικά οι πτήσεις σταμάτησαν… το ένα από τα τρία μικρά παιδία δεν θα ξαναγκαλιάσει ποτέ τα άλλα δύο πριν τις μεγάλες τους πτήσεις. Και τα άλλα δύο δεν θα ξαναπετάξουν ποτέ χωρίς αυτό.. Η υπόσχεση είναι να πετάνε και τα τρία μαζί..

Η ζωή … ή καλύτερα ο θάνατος δεν έδωσε σε αυτά τα τρία μικρά παιδία την ευκαιρία να κρατήσουν την υπόσχεση τους…

Και η ζωή δεν είναι το ίδιο όμορφη χωρίς πτήσεις…