
Το πρωί με ξύπνησε ο ήλιος που έμπαινε από το μισόκλειστο πατζούρι… Σήμερα είχα πολλές δουλείες να προλάβω να κάνω αλλά δεν μπορούσα με τίποτα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Άνοιξα το ραδιόφωνο και χουζούρεψα μέχρι αργά το πρωί. ‘Όταν σηκώθηκα επιτέλους από το κρεβάτι άνοιξα τις μπαλκονόπορτες να ξεχυθεί φως και φρέσκο αεράκι στο δωμάτιο.. έφτιαξα ένα καφέ και πήρα το τηλέφωνο…
Τηλεφώνησα στην γιαγιά μου… Το άφησα να χτυπάει για πολύ ώρα.. Ήμουν σίγουρη ότι η γιαγιά θα φρόντιζε τον κήπο της αυτή την ώρα , άλλα ήθελα πολύ να την ακούσω.. Την ώρα που ετοιμάζουν να το κλείσω ακούστηκε η γιαγιά μου στην άλλη άκρη της γραμμής…
«Ζουνούνα μου είσαι καλά;» ακούστηκε λαχανιασμένη η γιαγιά μου. Πάντα καταλαβαίνει λέει από τον κτύπο του τηλεφώνου ότι είμαι εγώ…
«Καλά είμαι γιαγιά μου, τι κάνεις εσύ»
«Απλώνω την άνοιξη» μου απάντησε.
Χαμογέλασα.. «Ήρθε η ώρα γιαγιά..»
Πόσο μου αρέσει αυτή η έκφραση της γιαγιάς μου… Στην γιαγιά μου αρέσει πολύ η άνοιξη και την περιμένει με πολύ αγάπη όλο τον χειμώνα.. την περιμένει να την απλώσει στην αυλή της, στα χωράφια της, στην καρδιά της , στα αγαπημένα της πρόσωπα.
Βγήκα έξω για να κάνω τις δουλείες μου. Ο ήλιος.. και τα λιγοστά λουλούδια στα παρτέρια της πλατείας έφεραν στο μυαλό μου την γιαγιά μου.
Ναι είχε έρθει η ώρα, να απλώσω και εγώ την άνοιξη γύρω μου.



2 Σχόλια...:
Πάντ' απλωμένες ΄Ανοιξες στην ποδιά σου......
γιαγια σαν τη γιαγια σου θελω να ειμαι κι εγω οταν γινω γιαγια, φιλι ;)
Ανάρτηση Σχολίου